ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΤΟΥ ΤΖΟΥΝΤΟ

image

Οι μεγάλες μορφές του Τζούντο

ΑΝΔΡΕΣ
Mασαχίκο Κιμούρα (Ιαπωνία, 1917-1993)
Θεωρείται ο μεγαλύτερος τζουντόκα όλων των εποχών. Πήρε το πρώτο dan σε ηλικία 15 ετών. Σε ηλικία 19 ετών ηττήθηκε για τελευταία φορά, άλλωστε σε ολόκληρη την καριέρα του γνώρισε μόλις τέσσερις ήττες. Το 1937 κατέκτησε το πρώτο χρυσό μετάλλιο στο πρωτάθλημα της Ιαπωνίας, εφαρμόζοντας την αγαπημένη του τεχνική osoto-gari. Με ύψος 1,70 και βάρος 86 κιλά, ήταν πολύ δυναμικός και έμεινε στην ιστορία και για τα πολύωρα προγράμματα προπόνησης που εφάρμοζε για να τελειοποιήσει την τεχνική του. Συνέχιζε να αγωνίζεται και μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και εγκατέλειψε την ενεργό δράση σε ηλικία 40 ετών.

Νταβίντ Ντουγιέ (Γαλλία, 1959)
Μια πολύ μεγάλη μορφή του αθλήματος είναι ο πρώτος αθλητής στην κατηγορία βαρέων βαρών που κατέκτησε τρία Ολυμπιακά μετάλλια. Η αρχή έγινε με το χάλκινο μετάλλιο το 1992 στη Βαρκελώνη για να ακολουθήσουν τα χρυσά μετάλλια το 1996 στην Ατλάντα και το 2000 στο Σίδνεϊ. Ο θρίαμβος του στο Σίδνεϊ παραμένει αλησμόνητος, καθώς ο Ντουγιέ προερχόταν από σοβαρό τραυματισμό σε ατύχημα με τη μοτοσικλέτα του. Τελικά, όχι μόνο ανάρρωσε αλλά επανήλθε δριμύτερος. Το 2000 αναδείχθηκε αθλητής της χρονιάς στη Γαλλία, ενώ στην καριέρα του έχει κατακτήσει τέσσερα χρυσά μετάλλια στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα και επίσης ένα χρυσό, ένα ασημένιο και δύο χάλκινα μετάλλια στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα. Από το 2001 είναι προπονητής στη γαλλική ομάδα των βαρέων βαρών.

Γιασουχίρο Γιαμασίτα (Ιαπωνία, 1957)
Θεωρείται ο πιο επιτυχημένος και αποτελεσματικός. Κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λος Άντζελες (1984), ενώ αναδείχθηκε τρεις φορές παγκόσμιος πρωταθλητής. Από το 1977 ως το 1985 δεν είχε αντίπαλο στο πρωτάθλημα της Ιαπωνίας. Διετέλεσε προπονητής της ιαπωνικής ομάδας του Τζούντο (1989-2000) ενώ τώρα είναι επικεφαλής προπονητής στο Πανεπιστήμιο Τοκάι, καθώς και εθνικός σύμβουλος εκπαίδευσης.

Άντον Γκίισινγκ (Ολλανδία, 1934)
Ο πρώτος αθλητής ο οποίος έκανε ολόκληρο τον κόσμο να μιλάει για το Τζούντο. Ο πανύψηλος (2,02) Ολλανδός ήταν ο πρώτος χρυσός Ολυμπιονίκης στην κατηγορία των βαρέων βαρών το 1964 στο Τόκιο. Ουδείς πίστευε ότι ένας Ευρωπαίος θα νικούσε τους Ιάπωνες, αν και τρία χρόνια νωρίτερα ο Γκίισινγκ είχε αναδειχθεί παγκόσμιος πρωταθλητής. Η νίκη του στον τελικό εναντίον του Ιάπωνα Καμινάγκα σημειώθηκε μόλις σε οκτώ λεπτά, αλλά και η κίνησή του να απομακρύνει τον Ολλανδό φίλαθλο που έτρεξε να τον αποθεώσει, αμέσως μετά τη νίκη του, ώστε ο αντίπαλός του να συνέλθει και να σηκωθεί με αξιοπρέπεια, έμεινε στην ιστορία. Ο Γκίισινγκ αναδείχθηκε τρεις φορές παγκόσμιος πρωταθλητής, ενώ από το 1952 ως το 1964 καθώς και το 1967 κατακτούσε συνεχώς το χρυσό μετάλλιο στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα! Μετά τη λήξη της καριέρας του έγινε πρεσβευτής του Τζούντο σε ολόκληρο τον κόσμο, ενώ είναι μέλος της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής.

Βίλχελμ Ρούσκα (Ολλανδία, 1940)
Ο πρώτος τζουντόκα ο οποίος κατέκτησε δύο χρυσά Ολυμπιακά μετάλλια και μάλιστα σε μία διοργάνωση. Συνέβη στους Αγώνες του 1972 στο Μόναχο όταν ο Ολλανδός αθλητής θριάμβευσε τόσο στα +93 κιλά όσο και στην open κατηγορία, γράφοντας ιστορία. Η πρώτη εμφάνισή του στο διεθνές στερέωμα κατεγράφη το 1965 όταν κατέκτησε το χάλκινο μετάλλιο στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του Βερολίνου ενώ κατετάγη δεύτερος στην open κατηγορία. Αν και άρχισε το Τζούντο σχετικά αργά (σε ηλικία 20 ετών) είχε πολλά φυσικά χαρίσματα που τον οδήγησαν στην ελίτ του αθλήματος. Αναδείχθηκε δυο φορές παγκόσμιος πρωταθλητής (και άλλη μία δεύτερος) ενώ συμμετείχε σε επτά Ευρωπαϊκά Πρωταθλήματα κατακτώντας, συνολικά 11 μετάλλια (επτά χρυσά, τρία ασημένια και ένα χάλκινο).

Ρόμπερτ Βαν Ντερ Βάλε (Βέλγιο, 1940)
Ένας θρύλος του Τζούντο. Έλαβε μέρος σε πέντε διοργανώσεις Ολυμπιακών Αγώνων και κατέκτησε ένα χρυσό, ένα ασημένιο και ένα χάλκινο μετάλλιο. Η τροπαιοθήκη του περιλαμβάνει επίσης τρία χρυσά, τέσσερα ασημένια και οκτώ χάλκινα μετάλλια σε Ευρωπαϊκά Πρωταθλήματα και δύο ασημένια και τρία χάλκινα μετάλλια σε Παγκόσμια Πρωταθλήματα. Σε ηλικία 39 ετών κατέκτησε το χάλκινο μετάλλιο στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα που διεξήχθη στο Βελιγράδι.

Κοσέι Ινούε (Ιαπωνία, 1978)
Ο σούπερ – σταρ του σύγχρονου Τζούντο στην Ιαπωνία, αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο. Σημαιοφόρος της Ιαπωνίας στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του Σίδνεϊ πραγματοποίησε την πρώτη εμφάνισή του ως τζουντόκα υψηλών προδιαγραφών το 1997 όταν κατέκτησε το χάλκινο μετάλλιο στο εθνικό πρωτάθλημα της Ιαπωνίας. Ο κόσμος άρχισε να μιλάει γι’ αυτόν και οι επιτυχίες διαδέχονταν η μία την άλλη. Το 1998 αναδείχθηκε νικητής στους Πανασιατικούς Αγώνες στη Μπανγκόγκ, ενώ το 1999 κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα. Στο Σίδνεϊ, το 2000, απλά επιβεβαίωσε την κυριαρχία του, ενώ τρία χρόνια αργότερα βρέθηκε και πάλι στο πρώτο σκαλί του βάθρου στο παγκόσμιο πρωτάθλημα της Οσάκα. Πολύ δυνατός και εξαιρετικά ταχύς, μοιάζει ακατανίκητος. Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Σίδνεϊ νίκησε τους δυο πρώτους αγώνες του σε 18 και 9 δευτερόλεπτα αντίστοιχα (!) ενώ χαρακτηριστική ήταν η δήλωση του αντιπάλου του στον τελικό, του Καναδού Νίκολας Γκιλ: «Είμαι πρωταθλητής κόσμου, γιατί ο άνθρωπος που με νίκησε δεν ανήκει σε αυτόν τον κόσμο»!

Τανταχίρο Νομούρα (Ιαπωνία, 1974)
Είναι πλέον ο μοναδικός τζουντόκα που έχει στη συλλογή του τρία χρυσά Ολυμπιακά μετάλλια. Ο Ιάπωνας, κατέκτησε την πρώτη θέση στην κατηγορία των -60 κιλών, στο τουρνουά της Αθήνας και σε συνδυασμό με τις πρωτιές σε Ατλάντα και Σίδνεϊ, έγινε κάτοχος ενός μοναδικού ρεκόρ στην ιστορία του αθλήματος σε Ολυμπιακό επίπεδο. Στη συλλογή του έχει και δύο παγκόσμιους τίτλους και συγκεκριμένα ένα χρυσό μετάλλιο το 1997 στο Παρίσι και ένα χάλκινο το 2003 στην Οσάκα.
ΓΥΝΑΙΚΕΣ
Μπριζίτ Ντιντιέ (Γαλλία, 1958)
Η κορυφαία αθλήτρια και δεσπόζουσα φυσιογνωμία στη κατηγορία των μεσαίων βαρών στη δεκαετία του 80, διακρίθηκε για την εξαιρετική τακτική και τεχνική της. Μυήθηκε στο Τζούντο σε ηλικία 14 ετών και το 1979 πέτυχε την πρώτη διεθνή νίκη της, κατακτώντας το χρυσό μετάλλιο στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του Κερκέιντ. Μετά από ένα σοβαρό τραυματισμό στο γόνατο, ανέβηκε κατηγορία (στα 66 κιλά) αλλά παρέμεινε στην ελίτ. Κατέκτησε τρία χρυσά και ένα ασημένιο μετάλλιο σε Παγκόσμια Πρωταθλήματα (1982-87), ενώ σε Ευρωπαϊκά Πρωταθλήματα (1979-88) κατέκτησε συνολικά έξι μετάλλια (τέσσερα χρυσά, ένα ασημένιο, ένα χάλκινο). Το 1988 στη Σεούλ, όπου το Τζούντο αποτελούσε άθλημα επίδειξης για τις γυναίκες, κατέκτησε το ασημένιο μετάλλιο. Η Ντιντιέ εξακολουθεί να ασχολείται με το Tζούντο, με την ιδιότητα της αντιπροέδρου της γαλλικής ομοσπονδίας.

Σεσίλια Νοβάκ (Γαλλία, 1961)
Η μικρόσωμη Γαλλίδα άρχισε να ασχολείται με το Τζούντο σε ηλικία 11 ετών. Στην ιστορία έμειναν οι αναμετρήσεις με τη Βρετανίδα Κάρεν Μπριγκς, αλλά και τη Γιαπωνέζα Ριόκο Ταμούρα-Τάνι την οποία νίκησε στον τελικό των 52 κιλών των Ολυμπιακών Αγώνων της Βαρκελώνης. Τότε που η εμπειρία της Νοβάκ υπερίσχυσε του ενθουσιασμού, της κατά 14 χρόνια μικρότερης αντιπάλου της. Συνολικά στην καριέρα της η Νοβάκ έχει κατακτήσει τέσσερα χρυσά μετάλλια και ένα ασημένιο σε Ευρωπαϊκά Πρωταθλήματα, ένα χρυσό και ένα χάλκινο μετάλλιο σε Παγκόσμια Πρωταθλήματα και φυσικά το χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Βαρκελώνης. Τώρα, είναι επικεφαλής προπονήτρια της εθνικής ομάδας γυναικών της Γαλλίας.

Κάρεν Μπριγκς (Μεγάλη Βρετανία, 1963)
Θεωρήθηκε η πρώτη γυναίκα – πρότυπο μιας ολοκληρωμένης τζουντόκα. Οι αγώνες της ήταν η απάντηση στα ερωτηματικά που μέχρι τότε έθεταν ορισμένοι για το Tζούντο γυναικών. Αναδείχθηκε τέσσερις φορές Παγκόσμια Πρωταθλήτρια και άλλες πέντε Πρωταθλήτρια Ευρώπης, ενώ κατέκτησε άλλα τέσσερα ασημένια μετάλλια στις δυο διοργανώσεις (1+3). Το 1992 θέλησε να προσθέσει στο παλμαρέ της και ένα Ολυμπιακό μετάλλιο, αλλά έπεσε πάνω στην καταπληκτική Γιαπωνέζα Ταμούρα-Τάνι η οποία δήλωσε μετά τον αγώνα, ότι ως πρότυπο αθλήτριας είχε πάντοτε την Μπριγκς. Τώρα η απόμαχη πλέον Βρετανίδα αθλήτρια διδάσκει τα μυστικά του Τζούντο στην πατρίδα της.

Ίνγκριντ Μπέργκμανς (Βέλγιο, 1961)
Η πιο αναγνωρίσιμη φιγούρα του Τζούντο γυναικών στα πρώτα χρόνια της εμφάνισής της στο διεθνές στερέωμα. Η Βελγίδα τζουντόκα έκλεβε την παράσταση καθώς συμμετείχε, συνήθως, δύο φορές στους μεγάλους αγώνες. Μία στη δική της κατηγορία (-72 κιλά) και άλλη μια στην open. Συνήθως νικούσε και τις δύο φορές, εφαρμόζοντας μάλιστα εντυπωσιακές τεχνικές για να φτάσει στην επιτυχία. Συνολικά στη μεγάλη καριέρα της κατέκτησε 23 μετάλλια σε μεγάλες διοργανώσεις: πέντε χρυσά, τέσσερα ασημένια και ένα χάλκινο σε Ευρωπαϊκά Πρωταθλήματα, έξι – πέντε – μηδέν σε Παγκόσμια Πρωταθλήματα, ενώ αναδείχθηκε νικήτρια στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Σεούλ, όπου το Τζούντο ήταν άθλημα επίδειξης.

Μιν-Σουν Τσο (Κορέα 1972)
Η καλύτερη τζουντόκα όλων των εποχών στη Νότια Κορέα. Πρωταγωνίστησε σε όλες τις κατηγορίες που συμμετείχε, καθώς διαδοχικά ανέβηκε από τα 48 κιλά στα 52, εν συνεχεία στα 56, ύστερα στα 66, για να καταλήξει στα 70 κιλά. Κατέκτησε δυο Ολυμπιακά μετάλλια (χρυσό το 1996, αργυρό το 2000) ενώ κατέλαβε την τρίτη θέση στους αγώνες επίδειξης το 1988. Πρωταγωνίστησε επίσης στα Παγκόσμια Πρωταθλήματα (δύο χρυσά, δύο χάλκινα) και στους Ασιατικούς Αγώνες. Πολύ δυνατή και ιδιαίτερα προσαρμόσιμη στις συνθήκες των εκάστοτε αγώνων.

Ντριούλις Γκονζάλεζ (Κούβα, 1973)
Η καλύτερη μαθήτρια του μεγάλου δασκάλου του Τζούντο στη Κούβα Ρονάλντο Μπεϊτία Βαλντίβε έχει χαρίσει στην πατρίδα της τέσσερα Ολυμπιακά μετάλλια. Ένα χρυσό (το 1996), ένα ασημένιο (το 2000) και δύο χάλκινα (1992, 2004). Μια εντυπωσιακή τζουντόκα, πολύ σταθερή στα κιλά της (56 και 57) αναδείχθηκε, ακόμη, έξι φορές νικήτρια στους Παναμερικανικούς Αγώνες ενώ πρωταγωνίστησε και στα Παγκόσμια Πρωταθλήματα όπου κατέκτησε δυο χρυσά, ένα ασημένιο και δύο χάλκινα μετάλλια. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Γκονζάλεζ κέρδισε το χρυσό Ολυμπιακό μετάλλιο στην Ατλάντα το 1996 μόλις 2 μήνες αφού είχε τραυματιστεί σοβαρά στη σπονδυλική στήλη.

Ριόκο Τάνι-Ταμούρα (Ιαπωνία, 1975)
Η διασημότερη τζουντόκα σε ολόκληρο τον κόσμο. Την αποκαλούν και ‘Yawara’ όπως δηλαδή και ο χαρακτήρας του καρτούν που έχει σχεδιαστεί με πρότυπο αυτήν την καταπληκτική όσο και μικροσκοπική Γιαπωνέζα (1,45μ., 48 κιλά). Κάθε δημόσια εμφάνισή της ξεσηκώνει τα πλήθη στην πατρίδα της καθώς είναι πολύ δημοφιλής και εξαιρετικά επιτυχημένη. Γεννηθείσα το 1975 έχει προλάβει, να κατακτήσει τέσσερα Ολυμπιακά μετάλλια (δύο χρυσά, δύο ασημένια), έξι τίτλους σε Παγκόσμια Πρωταθλήματα (συν ένα χάλκινο μετάλλιο) και να σημειώσει μεγάλες επιτυχίες στους Ασιατικούς Αγώνες και σε μεγάλα τουρνουά. Εμφανίσθηκε για πρώτη φορά σε ηλικία 15 ετών, στο μεγάλο τουρνουά της Fukuoka. H νίκη της επί της Βρετανίδας Μπριγκς, που αποτελούσε το πρότυπό της, προκάλεσε μεγάλη αίσθηση. Ένα νέο αστέρι είχε γεννηθεί. Από το 1991 ως το 2004 οι μοναδικές ήττες της σημειώθηκαν σε δυο τελικούς Ολυμπιακών Αγώνων και συγκεκριμένα το 1992 (Βαρκελώνη) και το 1996 (Ατλάντα).

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: